Tel: (0030) 210 6771540-541-542-543

Υπογονιμότητα

Υπογονιμότητα ονομάζεται η αδυναμία σύλληψης μετά από έναν χρόνο (ή 6 μήνες για γυναίκες άνω των 35 ετών) φυσιολογικών, ελεύθερων, τακτικών σεξουαλικών επαφών. Η υπογονιμότητα δεν είναι έννοια ταυτόσημη με την στειρότητα.

Υπογονιμότητα & Στειρότητα

Η στειρότητα είναι ένας όρος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις ζευγαριών που δεν έχουν καμιά απολύτως πιθανότητα, με την χρήση οποιασδήποτε θεραπευτικής αγωγής, να επιτύχουν σύλληψη. Αντίθετα, ο όρος υπογονιμότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε ζευγάρι της αναπαραγωγικής ηλικίας που, αν και φαινομενικά αδυνατεί να τεκνοποιήσει, στην πραγματικότητα, με την χρήση κατάλληλων θεραπευτικών χειρισμών, είναι σε θέση τελικά να επιτύχει κύηση.

Αριθμητικά δεδομένα

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.) το 12-15% όλων των ζευγαριών της αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας. Στα γόνιμα ζευγάρια η πιθανότητα επίτευξης σύλληψης ανέρχεται στο 20-25% ανά μήνα, ποσοστό που αθροιστικά ανέρχεται στο 70% μετά από ένα χρόνο τακτικών επαφών, ή στο 85% μετά από δύο χρόνια συνεχούς προσπάθειας.

Παράγοντες φυσιολογικής κύησης

Είναι δεδομένο ότι προκειμένου να επιτευχθεί κύηση απαιτείται η συνύπαρξη πολλαπλών ευνοϊκών παραγόντων και παραμέτρων. Η φυσιολογική ροή των γεγονότων που οδηγούν σε κύηση είναι η ακόλουθη:

  • Απελευθέρωση ενός ώριμου φυσιολογικού ωαρίου, σε κάθε έμμηνο κύκλο, από την ωοθήκη και προώθηση του στην σάλπιγγα
    ·         Εναπόθεση φυσιολογικού, ποσοτικά και ποιοτικά, σπέρματος στο βάθος του κόλπου
    ·         Προώθηση του σπέρματος στον γυναικείο γεννητικό σωλήνα (τράχηλος a ενδομήτρια κοιλότητα a σαλπιγγικά τρήματα a σάλπιγγες) υπό ευνοϊκές συνθήκες, μέχρι να συναντήσει το ωάριο στην λήκυθο της σάλπιγγας
    ·         Γονιμοποίηση του ωαρίου από το σπερματοζωάριο και εμφύτευση του αναπτυσσόμενου εμβρύου στο φιλικό ενδομήτριο

Είναι προφανές ότι οποιαδήποτε διαταραχή σε κάποια από τα παραπάνω σημεία μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα.

Ανδρική & Γυναικεία Υπογονιμότητα

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το πρόβλημα αυτό αφορά εξίσου και τους δύο συντρόφους. Στο 40% των περιπτώσεων το αίτιο εντοπίζεται στην γυναίκα, στο 40% στον άνδρα και στο υπόλοιπο 20% και στους δύο. Για το λόγο αυτό, σε κάθε συζήτηση ή θεραπευτικό χειρισμό που αφορά το πρόβλημα της υπογονιμότητας κρίνεται απαραίτητη η ουσιαστική συμμετοχή και των δύο συντρόφων.

Υπογονιμότητα: Αιτίες

Αιτίες υπογονιμότητας που αφορούν τις γυναίκες:

  • Διαταραχές στη ωοθυλακιορρηξία
    ·         Βλάβες των σαλπίγγων
    ·         Βλάβες του τραχήλου
    ·         Διαταραχές που αφορούν στην μήτρα
    ·         Ενδομητρίωση

Αιτίες υπογονιμότητας που αφορούν τους άνδρες:

  • Διαταραχές σπέρματος
    ·         Μηχανικοί παράγοντες: καταστάσεις που μπορούν να εμποδίσουν την μεταφορά του σπέρματος κατά την εκσπερμάτωση – ανικανότητα

Αιτίες υπογονιμότητας που αφορούν και τα δύο φύλα:

  • Συνδυασμός των παραπάνω αιτίων

Ανοσολογικοί παράγοντες

Άλλες αιτίες:

  • Ανεπαρκής σεξουαλική συμπεριφορά
    ·         Άγχος, αλκοόλ, χρήση διαφόρων ουσιών ή φαρμάκων
    ·         Γενετικοί νόσοι
    ·         Άγνωστη αιτιολογία

Όταν τεθεί η διάγνωση προτείνεται η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

 

Υπογονιμότητα: Διάγνωση

 

Η διερεύνηση της υπογονιμότητας με στόχο τη διάγνωση του αίτιου που έχει οδηγήσει στην αδυναμία τεκνοποίησης είναι μια διαδικασία που αφορά και τους δύο συντρόφους.Συνοπτικά οι βασικές αρχές στην διερεύνηση του υπογόνιμου ζευγαριού είναι οι ακόλουθες:

Βασικές αρχές στην διερεύνηση υπογονιμότητας

Μέθοδος Σκοπός
Ιατρικό ιστορικό Να διερευνηθούν τα πιθανά αίτια της υπογονιμότητας, ώστε η διερεύνηση στη συνέχεια να ακολουθήσει συγκεκριμένες κατευθύνσεις, συχνότητα σεξουαλικών επαφών
Κλινική εξέταση Να διερευνηθεί η πιθανότητα παρουσίας ανατομικών ανωμαλιών του αναπαραγωγικού συστήματος ή άλλων νοσημάτων
Βιοχημικές εξετάσεις Να διερευνηθεί η ομαλή ή μη λειτουργία του αναπαραγωγικού συστήματος καθώς και η παρουσία πιθανών ορμονικών ή άλλων διαταραχών
Μέθοδοι απεικόνισης Να διερευνηθούν τα έσω γεννητικά όργανα της γυναίκας

Πιο αναλυτικά, το πρώτο βήμα της διαγνωστικής προσέγγισης είναι το ιατρικό ιστορικό που αφορά και τους δύο συντρόφους.

Μερικά από τα κύρια στοιχεία που πρέπει να συλλεχθούν κατά την συμπλήρωση του ιατρικού ιστορικού είναι, π.χ. παρούσες νόσοι ή νόσοι σε αποδρομή, χειρουργικές επεμβάσεις, τρόπος ζωής, διατροφή, κίνδυνοι από την εργασία, χρήση αντισυλληπτικών, προηγούμενες εγκυμοσύνες, αποβολές ή αποξέσεις, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα κλπ.

Για παράδειγμα, μερικές χρήσιμες πληροφορίες που μπορούν να ληφθούν από το ιατρικό ιστορικό, αλλά και η αξιολόγηση τους, αναφέρονται παρακάτω:

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Στοιχεία ιστορικού Αξιολόγηση στοιχείων
Ερωτήσεις που αναφέρονται σε άλλες, εκτός του αναπαραγωγικού συστήματος, νόσους Πιθανόν να υπάρχουν νοσήματα ενδοκρινικής αιτιολογίας (θυρεοειδοπάθειες κλπ), συστηματικές νόσοι ή χρήση φαρμάκων που εμποδίζουν την σύλληψη
Θεραπεία καρκίνου με ακτινοβολία Βλάβη στα όργανα του αναπαραγωγικού συστήματος
Λήψη άλλων σκευασμάτων Πρόσφατη ή παρελθούσα ορμονική θεραπεία, φάρμακα που εμποδίζουν την σύλληψη
Χρήση αλκοόλ / κάπνισμα Υπερβολική χρήση μερικές φορές μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα γονιμότητας
Οικογενειακό ιστορικό Μπορεί να υποδηλώσει μια συγγενή προδιάθεση για υπογονιμότητα
Ιστορικό προηγούμενης θεραπείας για υπογονιμότητα Καθορίζει την επιτυχία ή όχι προηγούμενων θεραπευτικών χειρισμών και επιπλέον μπορεί να βοηθήσει στη διαφοροδιάγνωση του υπογόνιμου μέλους του ζευγαριού

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ελαττωμένο βάρος σώματος, υπερβολική άσκηση ή πτωχή διατροφή Πιθανές διαταραχές εμμήνου ρήσεως ή αμηνόρροια (ενδεικτικό ανωοθυλακιορρηξίας)
Ιστορικό εγχείρησης πυελικής κοιλότητας Πιθανή βλάβη σαλπίγγων
Διαταραχές εμμήνου ρύσεως Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, ενδομητρίωση, ή άλλες καταστάσεις που αναστέλλουν την ωοθυλακιορρηξία
Ιστορικό προηγούμενων κυήσεων (με τον ίδιο σύντροφο) Πιθανότητα να έχουν, εν τω μεταξύ, μεσολαβήσει παθολογικές αλλοιώσεις και βλάβες του αναπαραγωγικού συστήματος
Ιστορικό της μητέρας Πιθανόν να υποδηλώνει πρόβλημα με οικογενή χαρακτήρα
Αντισυλληπτικά Μερικές μέθοδοι αντισύλληψης συμβάλλουν στην υπογονιμότητα (π.χ. ενδομήτρια spirals προκαλούν φλεγμονές και καταστροφή των σαλπίγγων).

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΝΔΡΑ

Απασχόληση / Ταξίδια Έκθεση σε ορισμένες ουσίες, υψηλές θερμοκρασίες, χημικά προϊόντα κλπ. που πιθανόν να συμβάλλει στην ανεπαρκή παραγωγή σπέρματος, χειρουργικές επεμβάσεις, κιρσοκήλη, κρυψορχία
Ιστορικό σεξουαλικής συμπεριφοράς Ορμονικά προβλήματα, ανεπαρκής στύση κλπ. μπορούν να σχετίζονται με την υπογονιμότητα

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Η κλινική εξέταση, και στους δύο συντρόφους, με σκοπό την διερεύνηση συστηματικών ή ενδοκρινολογικών νοσημάτων, μπορεί να προσφέρει ουσιαστική πληροφόρηση. Ετσι πχ. η εξέταση της περιοχής της πυέλου στην γυναίκα μπορεί να αποκαλύψει διαταραχές στην θέση, στο σχήμα και στο μέγεθος των έσω γεννητικών οργάνων ενώ η διάγνωση πχ. κιρσοκήλης ή κρυψορχίας στον άνδρα, μπορεί να αποτελέσει την αρχή της λύσης του προβλήματος.

ΒΙΟΧΗΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Ακολουθεί της κλινικής εξέτασης. Συνήθως προηγείται ένας γενικός εργαστηριακός έλεγχος (Γεν. αίματος, Γεν. ούρων, βιοχημικός έλεγχος θυρεοειδούς κ.λ.π.), με σκοπό την ανεύρεση πιθανών συστηματικών, νόσων πχ. διαταραχών της δράσης του θυρεοειδούς, επινεφριδίων, υποφύσεως κλπ. Για παράδειγμα, ο υποθυρεοειδισμός (ελαττωμένη δραστηριότητα του θυρεοειδούς αδένα), μπορεί να προκαλέσει ανωοθυλακιορρηκτικούς κύκλους.

Μετά από το γενικό εργαστηριακό έλεγχο, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και άλλες εξετάσεις, ακολουθεί πιο εξειδικευμένος έλεγχος στο αναπαραγωγικό σύστημα. Πιο συγκεκριμένα:

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ

Η βασική θερμοκρασία σώματος χρησιμοποιείται για την διερεύνηση της ωοθυλακιορρηξίας. Στις περισσότερες γυναίκες αύξηση της θερμοκρασίας από 36.5 0 C στους 37-37.2 0 C περίπου, συμβαίνει αμέσως μετά την ωοθυλακιορρηξία. Η θερμοκρασία αυτή μάλιστα διατηρείται σε όλη τη δεύτερη φάση του έμμηνου κύκλου. Η αύξηση της θερμοκρασίας οφείλεται στην προγεστερόνη που παράγεται κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής από το ωχρό σωμάτιο.

Η τεχνική παρακολούθησης της θερμοκρασίας συνίσταται στην καθημερινή θερμομέτρηση, πριν την πρωινή έγερση, από το ορθό, με έναρξη την πρώτη μέρα της εμμήνου ρύσεως. Η θερμοκρασία καταγράφεται καθημερινά.

Μικρή αύξηση της θερμοκρασίας (>0.5 0 C) περίπου, κατά την 14η μέρα της εμμήνου ρύσεως, σημαίνει κατά πάσα πιθανότητα την επίτευξη ωοθυλακιορρηξίας. Συνήθως η μέτρηση της θερμοκρασίας διαρκεί για 1-3 κύκλους και από τα αποτελέσματα αυτής διαφαίνεται αν η γυναίκα έχει ή όχι ωοθυλακιορρηκτικούς κύκλους καθώς επίσης και εάν η συνεύρεση γίνεται τις «γόνιμες» ημέρες, δηλαδή τις ημέρες γύρω από την ωοθυλακιορρηξία.

Τελευταία μέτρηση ορμόνης LH σε kit ούρων διαβεβαιώνει την ακριβή ημέρα ωοθυλακιορρηξίας

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ

Για την διερεύνηση προβλημάτων ανδρικής αιτιολογίας γίνεται αρχικά εξέταση του σπέρματος, με την βοήθεια σπερμοδιαγράμματος. Πιο συγκεκριμένα:

Γίνεται μικροσκοπική εξέταση 2 τουλάχιστον δειγμάτων σπέρματος (σε απόσταση 1-2 μηνών μεταξύ τους) με στόχο τον έλεγχο της κινητικότητος, του αριθμού, του μεγέθους, του σχήματος καθώς και άλλων παραμέτρων του σπέρματος.

ΒΙΟΨΙΑ ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟΥ

Ενα μικρό κομμάτι ενδομητρικού ιστού λαμβάνεται 1-3 μέρες πριν την αναμενόμενη έμμηνο ρύση, για να διαπιστωθεί η ικανοποιητική επίδραση της προγεστερόνης στον ιστό αυτό.

Πρόκειται για μια διαγνωστική μέθοδο η οποία δεν χρησιμοποιείται ουσιαστικά.

ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των επιπέδων των ορμονών και παίζουν σημαντικό ρόλο στην διάγνωση διαταραχών που μπορούν να προκαλούν υπογονιμότητα, ιδιαίτερα όσον αφορά στον άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-ωοθήκες.

Οι συνήθεις χρησιμοποιούμενες μετρήσεις αναφέρονται στον πίνακα που ακολουθεί:

Ορμονικοί προσδιορισμοί

Προσδιορισμός Διαδικασία Αξιολόγηση
Επίπεδα LH και FSH Μέτρηση στον ορό Έλεγχος ωοθηκικής ανεπάρκειας, ΣΠΩ (Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών), Υπογοναδοτροπικός Υπογοναδισμός
Λόγος LH / FSH Μέτρηση στον ορό ΣΠΩ
Προλακτίνη Μέτρηση στον ορό Πιθανό υποφυσιακό αδένωμα
Οιστρογόνα (οιστραδιόλη) Μέτρηση στον ορό Ένδειξη ωοθηκικής λειτουργίας, έλεγχος ανάπτυξης ωοθυλακίου
Προγεστερόνη Από τον ορό, στην δεύτερη φάση του κύκλου, συνήθως την 21η μέρα Ένδειξη ωοθυλακιορρηξίας και φυσιολογικής ωχρινικής φάσεως του κύκλου
h CG (β- υποομάδα) Στον ορό και επιπλέον:
DHEAS , Testosterone (free – total), SHBG (sex hormone binding globulin), androstenedione , αναστολή με dexamethasone
Αποκλεισμός εγκυμοσύνης. Επιπρόσθετα, σημαντικά αυξημένη έκκριση ανδρογόνων προδιαθέτει σε υπογονιμότητα.

Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ

Η δοκιμασία αυτή χρησιμοποιείται για την διερεύνηση της αμηνόρροιας. Για να υπάρχει έμμηνος ρύση απαιτείται η καλή συνεργασία του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-ωοθήκες. Συγκεκριμένα απαιτείται η επαρκής και συντονισμένη παραγωγή και έκκριση GnRH από τον υποθάλαμο, FSH και LH από την υπόφυση και οιστρογόνων, προγεστερόνης από τις ωοθήκες. Επιπλέον το ενδομήτριο πρέπει να απαντά φυσιολογικά στις μεταβολές του κύκλου.

Κατά την δοκιμασία αυτή η γυναίκα λαμβάνει από το στόμα 10 mg φυσικής ή συνθετικής προγεστερόνης για 10 μέρες. Εάν προκληθεί αιμόρροια (κατά την διάρκεια της δοκιμασίας ή 1-5 μέρες περίπου μετά το τέλος της), η δοκιμασία είναι θετική. Αυτό σημαίνει ότι η ασθενής είναι μεν ανωοθυλακιορρηκτική, παρουσιάζει όμως ένα λειτουργικό αναπαραγωγικό σύστημα, από το επίπεδο του υποθαλάμου μέχρι και το επίπεδο του ενδομητρίου. Το κυριότερο είναι ότι η γυναίκα έχει λειτουργικές ωοθήκες, εφόσον παράγονται οιστρογόνα (χωρίς αυτά δεν προκαλείται αιμόρροια κατά την δοκιμασία). Επομένως στην συνέχεια απαιτείται η διερεύνηση των αιτίων της ανωοθυλακιορρηξίας.

Εάν δεν παρατηρηθεί αιμόρροια, η δοκιμασία θεωρείται αρνητική. Τότε η διάγνωση κατευθύνεται σε πρόβλημα είτε ανατομικό της μήτρας και λειτουργικό του ενδομητρίου, είτε σε κάθε πιθανή αιτία που δημιουργεί ένδεια εκκρίσεως οιστρογόνων από την ωοθήκη.

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ

Αυτές οι μέθοδοι έχουν σκοπό να διερευνήσουν πιθανές ανατομικές ανωμαλίες του έσω γεννητικού συστήματος της γυναίκας. Σε γενικές γραμμές περιγράφονται στον κατωτέρω πίνακα.

Είδη απεικονιστικών εξετάσεων

Εξέταση Περιγραφή
Υπερηχογράφημα Μη επεμβατική μέθοδος. Με τη χρήση ηχητικών κυμάτων εκτιμάται το μέγεθος και το σχήμα του αναπαραγωγικού συστήματος. Εξαιρετικά χρήσιμο στην διάγνωση προβλημάτων των ωοθηκών και στον έλεγχο της ανάπτυξης των ωοθυλακίων
Λαπαροσκόπηση Δια μέσου μικρής κοιλιακής τομής μέσα στην πύελο εισέρχεται ειδική συσκευή που επιτρέπει άμεση επισκόπηση των έσω γεννητικών οργάνων. Ιδιαίτερα χρήσιμη σε περιπτώσεις βλάβης των σαλπίγγων ή ενδομητρίωσης. Μπορεί να συνδυαστεί με επεμβάσεις αποκατάστασης τυχόν βλαβών
Υστεροσκόπηση Έλεγχος του εσωτερικού της μήτρας
Υστεροσαλπιγγογραφία Έγχυση σκιαγραφικού υλικού στην κοιλότητα της μήτρας και ακτινολογικός έλεγχος της μήτρας και των σαλπίγγων

Με τη χρήση όλων των ανωτέρω κλινικών και παρακλινικών μέσων η διαγνωστική προσέγγιση της υπογονιμότητας διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό. Συχνά διαπιστώνεται η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός προβλημάτων (π.χ. ανωοθυλακιορρηκτικοί κύκλοι στην γυναίκα και ελαττωμένη κινητικότητα σπέρματος στον άνδρα).

 

Υπογονιμότητα: Αντιμετώπιση

 

Παράμετροι που επηρεάζουν την θεραπεία
Πολλές παράμετροι μπορούν επηρεάζουν τη γονιμότητα ενός ατόμου χωρίς να είναι απαραίτητα συνυφασμένες με τη χρήση φαρμάκων για την θεραπεία της υπογονιμότητας . Καταρχήν, η επιτυχία, με την έννοια της υγιούς κύησης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως:
  • Ηλικία
  • Το αίτιο του συγκεκριμένου προβλήματος υπογονιμότητας
  • Η ποιότητα του εμβρυολογικού εργαστηρίου (συσχέτιση με τον αριθμό των διαθέσιμων εμβρύων)
  • Η ποιότητα των κλινικών πράξεων (πχ. τεχνική ωοληψίας και εμβρυομεταφοράς)
  • Η συμβατότητα εμβρύου – μήτρας
  • Το είδος των φαρμακευτικών σκευασμάτων που θα χρησιμοποιηθούν κατά τη θεραπεία (επίδραση στον αριθμό των ωοθυλακίων , ληφθέντων ωαρίων κ.λ.π.)

Με την πάροδο των ετών , οι προσπάθειες βελτίωσης και εξέλιξης στον τομέα της φαρμακοθεραπείας σε σκευάσματα με δράση FSH (Θυλακιοτρόπος Ορμόνη) επικεντρώθηκαν στον έλεγχο συγκεκριμένων μεταβλητών, προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες επίτευξης κύησης, όπως:

  • Η εξάλειψη των πρωτεϊνικών προσμίξεων
  • Η σημαντική αύξηση της σταθερότητας της δραστικής ουσίας από παρτίδα σε παρτίδα
  • Η ουσιαστική βελτίωση της ειδικής δραστικότητα του σκευάσματος
  • Η σημαντική βελτίωση της καθαρότητας του σκευάσματος και τέλος
  • Η αύξηση της ασφάλειας του

Δύο σημεία της θεραπείας υπογονιμότητας αποτελούν το κλειδί για τη βελτίωση της ωοθηκικής διέγερσης και συνεπώς των πιθανοτήτων επίτευξης κύησης:

  1. Τα αποτελεσματικά φάρμακα για τον ακριβή έλεγχο της διέγερσης των ωοθηκών.
  • Η ικανότητα εξατομίκευσης της θεραπείας, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ασθενούς.

Το τελευταίο μάλιστα σημείο είναι αυτό που έκανε τη μεγαλύτερη διαφορά κατά τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια , και βάσει αυτού, πιστεύεται ότι θα συντελεστούν ακόμα μεγαλύτερα επιτεύγματα στον τομέα της υπογονιμότητας. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας ‘ 80, οι ορμόνες που χρησιμοποιούνταν ως φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της υπογονιμότητας εξάγονταν από ούρα εμμηνοπαυσιακών γυναικών. Χιλιάδες ζευγάρια χρησιμοποιούσαν με επιτυχία τις ορμόνες που εξάγονταν με τη μέθοδο αυτή.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘8 0, ανακαλύφθηκε ότι ήταν δυνατή η παρασκευή ορμονών μέσω μιας καινοτόμου διαδικασίας που αφορούσε το γενετικά ανασυνδυασμένο δεσοξυριβονουκλεϊκό οξύ (DNA). Η ανακάλυψη αυτή , γνωστή ως Τεχνολογία Ανασυνδυασμένου DNA ή Βιοτεχνολογία , έδρασε καταλυτικά στην εστίαση σε νέους τρόπους παραγωγής των φαρμακευτικών σκευασμάτων που απαιτούνται στη θεραπεία της υπογονιμότητας, παρέχοντας έτσι βελτιωμένη αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα δραστικής ουσίας με μεγαλύτερη ομοιογένεια δραστικής ουσίας μεταξύ των διαφόρων παρτίδων, ευκολότερη διαδικασία επεξεργασίας και καθαρισμού και υψηλότερη ασφάλεια.

Η αντιμετώπιση της γυναικείας υπογονιμότητας διακρίνεται αδρά σε τρία στάδια τα οποία αντιστοιχούν σε τρία διαδοχικά βήματα . Σε αρκετές περιπτώσεις, το πρώτο βήμα μπορεί να καταλήξει σε επιτυχία οπότε να μην χρειαστούν τα επόμενα . Τα εν λόγω βήματα έχουν ως εξής :

  • Πρώτο Βήμα : Αγωγή με την βοήθεια της Κιτρικής Κλομιφαίνης
  • Δεύτερο Βήμα : Αγωγή με την βοήθεια Γοναδοτροπινών για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας
  • Τρίτο Βήμα : αγωγή με τη βοήθεια Γοναδοτροπινών και εφαρμογή ART (Τεχνικές Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής)

 

Ιστορικό

Οι ορμόνες που ελέγχονται από τον υποθάλαμο , την υπόφυση και τις ωοθήκες ρυθμίζουν τον αναπαραγωγικό κύκλο της γυναίκας . Αν αυτός ο άξοντας ελέγχου δεν λειτουργεί σωστά , η ωοθυλακιορρηξία διαταράσσεται ή δεν πραγματοποιείται . Οι διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας χαρακτηρίζονται από ανωοθυλακιορρηξία (πλήρης απουσία ωοθυλακιορρηξίας) ή μη συχνή ή / και ακανόνιστη ωοθυλακιορρηξία .

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει υιοθετήσει μία ταξινόμηση των ανωοθυλακιορρηκτικών γυναικών βάσει του τρόπου προσέγγισης :

  • Γυναίκες της Ομάδας Ι: πάσχουν από σοβαρή ανεπάρκεια του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης . Παρουσιάζουν αμηνόρροια και δεν παράγουν τις δύο απαραίτητες γοναδοτροπίνες: δηλαδή την ωοθυλακιοτρόπο (FSH) και την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH).
  • Γυναίκες της Ομάδας ΙΙ: παρουσιάζουν δυσλειτουργία του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης και έτσι εμφανίζουν μία σειρά από διαταραχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται: αμηνόρροια , ολιγομηνόρροια, ανεπάρκεια της ωχρινικής φάσης κλπ . Το 97% περίπου των ανωοθυλακιορρηκτικών γυναικών συγκαταλέγονται στην ομάδα αυτή. Εδώ επίσης συμπεριλαμβάνονται και οι γυναίκες που πάσχουν από νόσο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOD) , πάθηση που συχνά χαρακτηρίζεται από δασυτριχισμό , παχυσαρκία , ανωμαλίες της έμμηνου ρύσης , υπογονιμότητα και διόγκωση των ωοθηκών. Η εν λόγω πάθηση θεωρείται ότι αντανακλά την υπερβολική έκκριση ανδρογόνων ωοθηκικής προέλευσης , που αποτελεί θεωρητικά το πιο συνηθισμένο αίτιο ωοθηκικής δυσλειτουργίας.

Η επαγωγή ωοθυλακιορρηξίας στοχεύει στην αποκατάσταση του ισοζυγίου ορμονών , επιτρέποντας, όπου αυτό είναι εφικτό , την πραγματοποίηση μονοωθυλακιορρηξίας . Σε ποσοστό πάνω από το 80% των υπογόνιμων γυναικών που δεν παρουσιάζουν ανατομικές διαταραχές, έχουν χορηγηθεί με επιτυχία σκευάσματα γονιμότητας με στόχο την ανάπτυξη των ωοθυλακίων.

Τα σκευάσματα γονιμότητας που χρησιμοποιούνται συνήθως για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας είναι οι εξής :

  • Η κιτρική κλομιφαίνη , που δρα στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης προκαλώντας την αυξημένη αποδέσμευση της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH), η οποία , με τη σειρά της , διεγείρει την υπόφυση στην έκλυση FSH και LH.
  • Οι γοναδοτροπίνες (σκευάσματα με δράση FSH που δρουν απευθείας στις ωοθήκες , προάγοντας της ανάπτυξη των ωοθυλακίων).

Στην Πρώτη Ομάδα ασθενών του ΠΟΥ , για την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και την ωοθυλακιορρηξία, απαιτείται η χορήγηση 2 γοναδοτροπινών δηλ. της FSH και της LH. Οι ασθενείς της Δεύτερης Ομάδας του ΠΟΥ είναι πιθανό να ανταποκριθούν στην κιτρική κλομιφαίνη . Σε περίπτωση αποτυχίας της κιτρικής κλομιφαίνης η αγωγή συνεχίζεται με την χρήση γοναδοτροπινικών σκευασμάτων με δράση FSH.

Το 80% των κλινικών εγκυμοσύνων επιτυγχάνονται με τις 3 προσπάθειες IUI . Περαιτέρω προσπάθειες δεν επιφέρουν στατιστική διαφορά εγκυμοσύνης.

Η χορήγηση FSH για τη διέγερση των ωοθηκών έχει κριθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική . Στη συνέχεια ακολουθεί η χορήγηση της ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG) με στόχο την ωοθυλακιορρηξία. Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτείται συγχορήγηση διάφορων, συνθετικών, αγωνιστικών ή ανταγωνιστικών αναλόγων της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH) που δρουν καταστέλλοντας την υπόφυση . Στη φάση καταστολής , η θεραπεία προγραμματίζεται καλύτερα και οι ωοθήκες είναι πιο δεκτικές στη εξωγενή θεραπεία με FSH με αποτέλεσμα να παράγονται ωάρια καλύτερης ποιότητας . Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τις γυναίκες που πάσχουν από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία μόνο με FSH.

Τέλος η βρωμοκρυπτίνη είναι μία ουσία χρήσιμη στην αντιμετώπιση της υπερπρολακτιναιμίας (πάθηση κατά την οποία παρατηρείται υπερβολική ποσότητα προλακτίνης στο αίμα) . Η πάθηση αυτή καταλήγει στην καταστολή της αποδέσμευσης GnRH και συμβάλλει στην ανωοθυλακιορρηξία .

Χορήγηση μετφορμίνης σε γυναίκες με 3-4 ου βαθμού πολυκυστικών ωοθηκών.

Αντιμετώπιση της Ανδρικής Υπογονιμότητας

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα έντονο, επιστημονικό, ιατρικό ενδιαφέρον σε ότι αφορά την ανδρική υπογονιμότητα. Έτσι το εύρος των διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών σε περιστατικά υπογονιμότητας ανδρικής αιτιολογίας περιλαμβάνει:

  • Φαρμακευτική αγωγή
  • Χειρουργική επέμβαση
  • Τεχνολογίες Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ART)
Ιστορικό

Οι ορμόνες που ελέγχονται από τον υποθάλαμο , την υπόφυση και τις ωοθήκες ρυθμίζουν τον αναπαραγωγικό κύκλο της γυναίκας . Αν αυτός ο άξοντας ελέγχου δεν λειτουργεί σωστά , η ωοθυλακιορρηξία διαταράσσεται ή δεν πραγματοποιείται . Οι διαταραχές της ωοθυλακιορρηξίας χαρακτηρίζονται από ανωοθυλακιορρηξία (πλήρης απουσία ωοθυλακιορρηξίας) ή μη συχνή ή / και ακανόνιστη ωοθυλακιορρηξία .

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει υιοθετήσει μία ταξινόμηση των ανωοθυλακιορρηκτικών γυναικών βάσει του τρόπου προσέγγισης :

  • Γυναίκες της Ομάδας Ι: πάσχουν από σοβαρή ανεπάρκεια του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης . Παρουσιάζουν αμηνόρροια και δεν παράγουν τις δύο απαραίτητες γοναδοτροπίνες: δηλαδή την ωοθυλακιοτρόπο (FSH) και την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH).
  • Γυναίκες της Ομάδας ΙΙ: παρουσιάζουν δυσλειτουργία του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης και έτσι εμφανίζουν μία σειρά από διαταραχές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται: αμηνόρροια , ολιγομηνόρροια, ανεπάρκεια της ωχρινικής φάσης κλπ . Το 97% περίπου των ανωοθυλακιορρηκτικών γυναικών συγκαταλέγονται στην ομάδα αυτή. Εδώ επίσης συμπεριλαμβάνονται και οι γυναίκες που πάσχουν από νόσο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOD) , πάθηση που συχνά χαρακτηρίζεται από δασυτριχισμό , παχυσαρκία , ανωμαλίες της έμμηνου ρύσης , υπογονιμότητα και διόγκωση των ωοθηκών. Η εν λόγω πάθηση θεωρείται ότι αντανακλά την υπερβολική έκκριση ανδρογόνων ωοθηκικής προέλευσης , που αποτελεί θεωρητικά το πιο συνηθισμένο αίτιο ωοθηκικής δυσλειτουργίας.

Η επαγωγή ωοθυλακιορρηξίας στοχεύει στην αποκατάσταση του ισοζυγίου ορμονών , επιτρέποντας, όπου αυτό είναι εφικτό , την πραγματοποίηση μονοωθυλακιορρηξίας . Σε ποσοστό πάνω από το 80% των υπογόνιμων γυναικών που δεν παρουσιάζουν ανατομικές διαταραχές, έχουν χορηγηθεί με επιτυχία σκευάσματα γονιμότητας με στόχο την ανάπτυξη των ωοθυλακίων.

Τα σκευάσματα γονιμότητας που χρησιμοποιούνται συνήθως για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας είναι οι εξής :

  • Η κιτρική κλομιφαίνη , που δρα στον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης προκαλώντας την αυξημένη αποδέσμευση της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH), η οποία , με τη σειρά της , διεγείρει την υπόφυση στην έκλυση FSH και LH.
  • Οι γοναδοτροπίνες (σκευάσματα με δράση FSH που δρουν απευθείας στις ωοθήκες , προάγοντας της ανάπτυξη των ωοθυλακίων).

Στην Πρώτη Ομάδα ασθενών του ΠΟΥ , για την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και την ωοθυλακιορρηξία, απαιτείται η χορήγηση 2 γοναδοτροπινών δηλ. της FSH και της LH. Οι ασθενείς της Δεύτερης Ομάδας του ΠΟΥ είναι πιθανό να ανταποκριθούν στην κιτρική κλομιφαίνη . Σε περίπτωση αποτυχίας της κιτρικής κλομιφαίνης η αγωγή συνεχίζεται με την χρήση γοναδοτροπινικών σκευασμάτων με δράση FSH.

Το 80% των κλινικών εγκυμοσύνων επιτυγχάνονται με τις 3 προσπάθειες IUI . Περαιτέρω προσπάθειες δεν επιφέρουν στατιστική διαφορά εγκυμοσύνης.

Η χορήγηση FSH για τη διέγερση των ωοθηκών έχει κριθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική . Στη συνέχεια ακολουθεί η χορήγηση της ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG) με στόχο την ωοθυλακιορρηξία. Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτείται συγχορήγηση διάφορων, συνθετικών, αγωνιστικών ή ανταγωνιστικών αναλόγων της εκλυτικής ορμόνης των γοναδοτροπινών (GnRH) που δρουν καταστέλλοντας την υπόφυση . Στη φάση καταστολής , η θεραπεία προγραμματίζεται καλύτερα και οι ωοθήκες είναι πιο δεκτικές στη εξωγενή θεραπεία με FSH με αποτέλεσμα να παράγονται ωάρια καλύτερης ποιότητας . Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τις γυναίκες που πάσχουν από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία μόνο με FSH.

Τέλος η βρωμοκρυπτίνη είναι μία ουσία χρήσιμη στην αντιμετώπιση της υπερπρολακτιναιμίας (πάθηση κατά την οποία παρατηρείται υπερβολική ποσότητα προλακτίνης στο αίμα) . Η πάθηση αυτή καταλήγει στην καταστολή της αποδέσμευσης GnRH και συμβάλλει στην ανωοθυλακιορρηξία .

Χορήγηση μετφορμίνης σε γυναίκες με 3-4 ου βαθμού πολυκυστικών ωοθηκών.

Αντιμετώπιση της Ανδρικής Υπογονιμότητας

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα έντονο, επιστημονικό, ιατρικό ενδιαφέρον σε ότι αφορά την ανδρική υπογονιμότητα. Έτσι το εύρος των διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών σε περιστατικά υπογονιμότητας ανδρικής αιτιολογίας περιλαμβάνει:

  • Φαρμακευτική αγωγή
  • Χειρουργική επέμβαση
  • Τεχνολογίες Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ART)