Tel: (0030) 210 6771540-541-542-543

Γλωσσάρι

Ανασυνδυασμένο DNA: DNA το οποίο έχει τροποποιηθεί ώστε να περιέχει γονίδια από δύο διαφορετικές πηγές. Η τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA χρησιμοποιείται συχνά για την παραγωγή ιδιαίτερα κεκαθαρμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Ανδρογόνο : Ορμόνη που διεγείρει τη δραστηριότητα των επικουρικών ανδρικών γεννητικών οργάνων και βοηθά στην ανάπτυξη των χαρακτηριστικών του ανδρικού φύλου. Παράγεται σε μικρές ποσότητες και στις γυναίκες.

Ανθρώπινη Χοριακή Γοναδοτροπίνη (HCG): Η ορμόνη που παράγεται στα πρώτα στάδια της κύησης και συμβάλλει στη διαρκή παραγωγή προγεστερόνης από το ωχρό σωμάτιο. Χρησιμοποιείται επίσης, ως ενέσιμο σκεύασμα, για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας σε γυναίκες, έπειτα από ορισμένες θεραπείες αποκατάστασης της γονιμότητας, ενώ επίσης, στους άντρες, χρησιμοποιείται για την πρόκληση της παραγωγής τεστοστερόνης.

Αποβολή : Αυτόματη απώλεια βιώσιμου κυήματος ή εμβρύου στη μήτρα.

Απολίνωση Σπερματικών Πόρων (Vasectomy) : Μόνιμη σύγκλιση, δια χειρουργικής επέμβασης, των ορχικών πόρων. Επέμβαση που χρησιμοποιείται ως μέθοδος αντισύλληψης

Αριθμός σπερματοζωαρίων : Ο αριθμός των σπερματοζωαρίων σε κάθε εκσπερμάτιση. Ονομάζεται επίσης και συγκέντρωση σπερματοζωαρίων και αποδίδεται ως ο αριθμός των σπερματοζωαρίων ανά χιλιοστό του λίτρου.

Αύξηση επιπέδων Ωχρινοποιητικής Ορμόνης (LH surge): Η έκκριση ωχρινοποιητικής ορμόνης (LH) η οποία προκαλεί την απελευθέρωση ενός ώριμου ωαρίου από το ωοθυλάκιο.

Γαμέτης : Αναπαραγωγικό κύτταρο. Στους άνδρες το κύτταρο αυτό είναι γνωστό ως σπερματοζωάριο ενώ στις γυναίκες το αντίστοιχο κύτταρο ονομάζεται ωάριο.

Γοναδοτροπίνες : πρόκειται κυρίως για 2 ορμόνες που ρυθμίζουν την αναπαραγωγική λειτουργία : η Ωοθυλακιοτρόπος Ορμόνη (FSH) και η Ωχρινοτρόπος Ορμόνη (LH).

Γονιμοποίηση : Ο συνδυασμός του γενετικού υλικού που μεταφέρει το σπερματοζωάριο και το ωάριο για τη δημιουργία εμβρύου. Φυσιολογικά η διαδικασία αυτή συντελείται μέσα στη σάλπιγγα (in vivo) αλλά μπορεί επίσης να συντελεστεί και στο εργαστήριο (in vitro). (Βλέπε επίσης Εξωσωματική Γονιμοποίηση.)

Ειδικός σε θέματα γονιμότητας : Γιατρός που ειδικεύεται στην εφαρμογή μεθόδων Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Π.χ. Η Αμερικανική Εταιρία Μαιευτικής και Γυναικολογίας πιστοποιεί μία υποειδικότητα για Μαιευτήρες – Γυναικολόγους που λαμβάνουν περαιτέρω κατάρτιση σε θέματα ενδοκρινολογίας της αναπαραγωγής (μελέτη των ορμονών) και υπογονιμότητας.

Έμβρυο : Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα πρώτα στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, από τη σύλληψη μέχρι την όγδοη εβδομάδα της κύησης.

Εμβρυομεταφορά : Η τοποθέτηση ωαρίου, που έχει γονιμοποιηθεί έξω από το σώμα της γυναίκας, στο εσωτερικό της μήτρας ή στη σάλπιγγα.

Εμφύτευση (Έμβρυο): Η ενσωμάτωση του εμβρύου σε ιστό ώστε να μπορέσει να δημιουργήσει επαφή με το κυκλοφορικό σύστημα της μητέρας για να μπορεί να διατρέφεται. Η εμφύτευση συνήθως συντελείται στο εσωτερικό της ενδομήτριας κοιλότητας. Ωστόσο, σε περίπτωση εξωμήτριας κύησης, μπορεί να συντελεστεί σε άλλο σημείο του σώματος.

Ενδοκυτταροπλασματική Ενεση Σπερματοζωαρίου (ICSI):Διαδικασία μικρογονιμοποίησης (που συντελείται κάτω από το μικροσκόπιο) κατά την οποία ένα μόνο σπερματοζωάριο ενίεται απευθείας στο ωάριο ώστε να καταστεί δυνατή η γονιμοποίηση στην περίπτωση σπέρματος με πολύ μικρό αριθμό σπερματοζωαρίων ή σπέρματος περιορισμένης κινητικότητας (πχ για σπερματοζωάρια που δεν μπορούν προωθηθούν εύκολα προς το ωάριο). Το έμβρυο μεταφέρεται στη συνέχεια στη μήτρα.

Ενδομητρια Σπερματέγχυση (IUI): Η εναπόθεση σπερματοζωαρίων στο γυναικείο κόλπο, κοντά στον τράχηλο ή απευθείας μέσα στη μήτρα, με τη χρήση ειδικού καθετήρα και όχι με σεξουαλική επαφή. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλημάτων στη σεξουαλική επίδοση, για την αποφυγή προβλημάτων από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο σπέρμα και τη τραχηλική βλέννη, για τη μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων του αδύναμου σπέρματος και τέλος για τη χρήση σπέρματος από δωρητή.

Ενδοσαλπιγγική Μεταφορά Γαμετών (GIFT): Αφού ληφθούν τα ωάρια (διαδικασία ωοληψίας), αναμειγνύονται με σπερματοζωάρια και κατόπιν τοποθετούνται, με μικροχειρουργική επέμβαση (λαπαροσκόπηση), στις σάλπιγγες της γυναίκας για γονιμοποίηση in vivo.

Εξωσωματική Γονιμοποίηση (IVF): Τα ωάρια που παράγονται με τη χορήγηση φαρμάκων διέγερσης των ωοθηκών αφαιρούνται από το σώμα της γυναίκας και γονιμοποιούνται, με σπέρμα, στο εργαστήριο. Τα έμβρυα που προκύπτουν μεταφέρονται στη συνέχεια στη μήτρα με τη βοήθεια ειδικού καθετήρα

Θεραπεία υπογονιμότητας : Οποιαδήποτε μέθοδος ή διαδικασία η οποία χρησιμοποιείται για την ενίσχυση/αποκατάσταση της γονιμότητας ή την αύξηση της πιθανότητας κύησης, όπως η θεραπεία για την πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, η αποκατάσταση κιρσοκήλης (ανάταξη των φλεβικών κιρσών στο όσχεο), μικροχειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση κατεστραμμένων σαλπίγγων κ.λ.π. Στόχος της θεραπείας υπογονιμότητας είναι να βοηθήσει τα ζευγάρια να αποκτήσουν παιδί.

Ινομύωμα : Καλοήθης (όχι κακοήθης ή απειλητικός για τη ζωή) όγκος από ινώδη συνδετικό ιστό που μπορεί να εμφανιστεί στο τοίχωμα της μήτρας. Μπορεί να μην εμφανίζει κανένα σύμπτωμα ή μπορεί να προκαλέσει μη φυσιολογική εμμηνόρροια ή υπογονιμότητα.

Κινητικότητα σπέρματος : Η ικανότητα του σπέρματος να κολυμπά και να προωθείται. Μικρή κινητικότητα σημαίνει ότι τα σπερματοζωάρια δυσκολεύονται να κολυμπήσουν προς το ωάριο.

Κρυοσυντήρηση : Η συντήρηση οργάνων ή ιστών σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Τα έμβρυα που δεν χρησιμοποιούνται σε κάποιον κύκλο τεχνολογίας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART) μπορούν να παραμείνουν σε κατάσταση κρυοσυντήρησης για μελλοντική χρήση σε επόμενο κύκλο θεραπείας.

Λαπαροσκόπηση : Εξέταση της πυελικής χώρας χρησιμοποιώντας ένα μικρό τηλεσκόπιο που ονομάζεται λαπαροσκόπιο.

Μεταφορά βλαστοκύστης : Μία πρόσφατη εξέλιξη στη θεραπεία της υπογονιμότητας, με βάση την οποία τα έμβρυα αναπτύσσονται στο εργαστήριο για 5 -6 ημέρες (μέχρι να φτάσουν στο στάδιο ανάπτυξης βλαστοκύστης), αντί για 2 ή 3 ημέρες, όπως συνήθως γίνεται στην κλασική εξωσωματική γονιμοποίηση.

Οιστρογόνο : Ορμόνη η οποία διεγείρει την ανάπτυξη των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του γυναικείου φύλου και ρυθμίζει τον γενετικό κύκλο. Παράγεται σε μικρές ποσότητες και στους άντρες.

Ορμόνη που προκαλεί την έκκριση Γοναδοτροπινών(GnRH): Ουσία που εκκρίνεται, κάθε ενενήντα λεπτά περίπου, από μέρος του εγκεφάλου που ονομάζεται υποθάλαμος. Η ορμόνη αυτή προκαλεί την έκκριση, από την υπόφυση, των ορμονών LH και FSH, οι οποίες διεγείρουν τις γονάδες δηλ. τους όρχεις και τις ωοθήκες.

Προγεστερόνη : Η ορμόνη που παράγεται από το ωχρό σωμάτιο κατά τη δεύτερη φάση του γενετικού κύκλου. Προετοιμάζει τη μήτρα ώστε να δεχτεί την εμφύτευση ενός γονιμοποιημένου ωαρίου και να υποστηρίξει την αρχόμενη κύηση.

Πρόκληση Ωοθυλακιορρηξίας : θεραπευτική προσέγγιση, με χρήση ιατροφαρμακευτικής αγωγής, με στόχο την διέγερση των ωοθηκών και την επίτευξη ωοθυλακιορρηξίας.

Σάλπιγγες : Αγωγοί μέσω των οποίων τα ωάρια οδηγούνται στη μήτρα, αφού απελευθερωθούν από το ωοθυλάκιο. Το σπερματοζωάριο φυσιολογικά συναντά το ωάριο μέσα στη σάλπιγγα, το σημείο όπου φυσιολογικά συντελείται η γονιμοποίηση.

Σπερματοζωάριο : Το ανδρικό αναπαραγωγικό κύτταρο που μεταφέρει τις ανδρικές γενετικές πληροφορίες στο γυναικείο ωάριο. Πρόκειται δηλαδή για τον ανδρικό γαμέτη.

Στειρότητα : Μη αναστρέψιμη πάθηση που δεν επιτρέπει τη σύλληψη.

Τεστοστερόνη : Η ανδρική ορμόνη η οποία ευθύνεται για το σχηματισμό των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου και τη συντήρηση της σεξουαλικής επιθυμίας. Η τεστοστερόνη είναι επίσης απαραίτητη για τη σπερματογένεση (ανάπτυξη σπερματοζωαρίων).

Τεχνικές Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ART): Μία σειρά τεχνικών που χρησιμοποιούνται με σκοπό να επιφέρουν σύλληψη, χωρίς σεξουαλική επαφή, συμπεριλαμβανομένης της Εξωσωματικής Γονιμοποίησης (IVF) της Ενδοσαλπιγγικής Μεταφοράς Γαμετών (GIFT) κ.λ.π.

Υπογοναδισμός : Ανεπαρκής ωοθηκική ή ορχική λειτουργία που εκδηλώνεται με την παραγωγή μικρής ποσότητας σπέρματος ή τη μη παραγωγή ωοθυλακίων, καθώς και με χαμηλά ή ανύπαρκτα επίπεδα ορμονών FSH και LH.

Υπογονιμότητα : Η ανικανότητα σύλληψης έπειτα από ένα χρόνο ελεύθερης σεξουαλικής επαφής (ή έξι μήνες, εάν η ηλικία της γυναίκας είναι άνω των 35 ετών) ή η αδυναμία συνέχισης της κύησης μέχρι τον τοκετό.

Υπερηχογραφικός Έλεγχος : Εξέταση που χρησιμοποιείται, αντί για ακτινογραφία, για την οπτική απεικόνιση των αναπαραγωγικών οργάνων και πιο συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, για την παρακολούθηση της ανάπτυξης των ωοθυλακίων.

Ωοθηκική Ανεπάρκεια : Η αδυναμία των ωοθηκών να ανταποκριθούν στη διέγερση που προκαλεί η ορμόνη FSH, που παράγεται από την υπόφυση, εξαιτίας βλάβης, ή δυσπλασίας των ωοθηκών ή χρόνιας ασθένειας, όπως κάποια αυτοάνοσα νοσήματα. Η διάγνωσή της προκύπτει με βάση τα αυξημένα επίπεδα FSH στο αίμα.

Ωοθυλάκια : Θύλακες μέσα στην ωοθήκη γεμάτοι με υγρό, οι οποίοι περιέχουν τα ωάρια που απελευθερώνονται κατά την ωοθυλακιορρηξία (διαδικασία ρήξης του ωοθυλακίου). Φυσιολογικά κάθε μήνα απελευθερώνεται από την ωοθήκη ένα ώριμο ωάριο που έχει αναπτυχθεί στο αντίστοιχο ωοθυλάκιο του.

Ωοθυλακιορρηξία : Η απελευθέρωση του ωαρίου από το ωοθυλάκιο.

Ωοθυλακιοτρόπος Ορμόνη (FSH): Υποφυσική ορμόνη που προκαλεί ανάπτυξη των ωοθυλακίων και σπερματογένεση (ανάπτυξη σπέρματος). Στη γυναίκα, η FSH προκαλεί την ανάπτυξη των ωοθυλακίων. Στον άντρα, η FSH διεγείρει τα κύτταρα Sertoli (στους όρχεις) και βοηθά στην παραγωγή σπέρματος. Υψηλά επίπεδα FSH σχετίζονται με προβληματική λειτουργία των γονάδων, και στον άντρα και στη γυναίκα.

Ωοληψία : Επέμβαση που εφαρμόζεται για την αφαίρεση ωαρίων από τα ωοθυλάκια με στόχο να χρησιμοποιηθούν στην συνέχεια για την εξωσωματική γονιμοποίηση. Η επέμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί λαπαροσκοπικά ή συνηθέστερα, μέσω του κόλπου, χρησιμοποιώντας ειδική βελόνα και υπερηχογραφικό έλεγχο για τον εντοπισμό των ωοθυλακίων στις ωοθήκες..

Ωχρινοτρόπος Ορμόνη (LH): Υποφυσιακή ορμόνη που διεγείρει τις γονάδες. Στον άντρα, η LH είναι απαραίτητη για τη σπερματογένεση και την παραγωγή τεστοστερόνης. Στη γυναίκα, η LH είναι απαραίτητη για την παραγωγή οιστρογόνων.

Ωχρό σωμάτιο : Ιστός που σχηματίζεται στη θέση του ωοθυλακίου μετά την απελευθέρωση του ωαρίου. Το ωχρό σωμάτιο εκλύει οιστρογόνα και προγεστερόνη, δύο ορμόνες απαραίτητες για τη διατήρηση της κύησης. Εάν επιτευχθεί κύηση, η λειτουργία του ωχρού σωματίου συνεχίζεται για πέντε ή έξι μήνες. Εάν δεν επιτευχθεί κύηση, η λειτουργία του εκφυλίζεται και επέρχεται η επόμενη έμμηνος ρύση.

  • Υπογονιμότητα

    Υπογονιμότητα ονομάζεται η αδυναμία σύλληψης μετά από έναν χρόνο (ή 6 μήνες για γυναίκες άνω των 35 ετών) φυσιολογικών, ελεύθερων, τακτικών σεξουαλικών επαφών. Η υπογονιμότητα δεν είναι έννοια ταυτόσημη με την στειρότητα.
    Περισσότερα
  • Εξωσωματική Γονιμοποίηση

    Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) ήταν η πρώτη τεχνική υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART) που εφαρμόστηκε και εξακολουθεί να είναι η πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενη.
    Περισσότερα
  • Ώρες Ιατρείου

    • Δευτέρα
      14.00 - 21.00
    • Τετάρτη
      14.00 - 21.00
    • Πέμπτη
      14.00 - 21.00